Πιο δυνατά οστά, καλύτερη μνήμη; Η σύνδεση που εξετάζουν οι επιστήμονες

Μια νέα μελέτη έρχεται να εξετάσει πιο συγκεκριμένα αυτή τη σχέση, αναζητώντας πιθανές συνδέσεις ανάμεσα στην οστική πυκνότητα και τις αλλαγές στη γνωστική λειτουργία και τον εγκέφαλο.
Τα γερά οστά δεν είναι σημαντικά μόνο για την κινητικότητα και τη σωματική μας αντοχή. Φαίνεται πως η υγεία τους μπορεί να συνδέεται με περισσότερες πτυχές της συνολικής μας υγείας απ’ ό,τι γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Πώς, όμως, μπορεί η κατάσταση τους να σχετίζεται με όσα συμβαίνουν στον εγκέφαλο; Το ερώτημα αυτό προσελκύει ολοένα και περισσότερο το ενδιαφέρον των ερευνητών, καθώς η γήρανση είναι μια σύνθετη διαδικασία που επηρεάζει διαφορετικά συστήματα του οργανισμού και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις.
Ποια τα ευρήματα της μελέτης για τα οστά και τη μνήμη;
Ερευνητές, μελετώντας 715 άτομα ηλικίας 65 έως 75 ετών, διαπίστωσαν ότι η χαμηλότερη οστική πυκνότητα συνδεόταν με ταχύτερη επιδείνωση ορισμένων γνωστικών λειτουργιών και με περισσότερες μικρού βαθμού δομικές αλλαγές στον εγκέφαλο με την πάροδο του χρόνου.
Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας φάνηκε να σχετίζεται με τον τρόπο που μεταβαλλόταν ο εγκέφαλος τα επόμενα χρόνια. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν επίσης σε γνωστικές δοκιμασίες. Στα άτομα με τη χαμηλότερη οστική πυκνότητα παρατηρήθηκε ταχύτερη συσσώρευση αλλοιώσεων στη λευκή ουσία του εγκεφάλου, μιας περιοχής που παίζει σημαντικό ρόλο στην επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η χαμηλή οστική πυκνότητα προκαλεί προβλήματα μνήμης ή άνοια.
Ο διαβήτης φαίνεται να προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα
Η σχέση ανάμεσα στην οστική πυκνότητα και τις εγκεφαλικές αλλαγές ήταν πιο έντονη στους συμμετέχοντες με διαβήτη. Αυτό δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη στους ειδικούς, καθώς ο διαβήτης μπορεί να επηρεάσει τα αγγεία και την κυκλοφορία του αίματος, παράγοντες που είναι σημαντικοί τόσο για τον εγκέφαλο όσο και για τη συνολική υγεία.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να κατανοήσουμε τι ακριβώς συνδέει τα οστά με τον εγκέφαλο και αν η αντιμετώπιση της οστικής απώλειας μπορεί να επηρεάσει θετικά την εγκεφαλική υγεία.
Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε, αλλά να προλαμβάνουμε
Η οστική απώλεια συχνά εξελίσσεται αθόρυβα. Κάποιος μπορεί να έχει χαμηλή οστική πυκνότητα χωρίς να αισθάνεται απολύτως τίποτα, μέχρι να συμβεί ένα κάταγμα. Γι’ αυτό και η πρόληψη και η έγκαιρη αξιολόγηση έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η τακτική σωματική δραστηριότητα, ιδιαίτερα οι ασκήσεις με αντιστάσεις, μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της οστικής υγείας. Παράλληλα, μια ισορροπημένη διατροφή με επαρκή πρόσληψη των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών, η αποφυγή του καπνίσματος και ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ αποτελούν σημαντικά βήματα για τη συνολική υγεία.
Την ίδια στιγμή, η φροντίδα των οστών δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται απομονωμένα από την υπόλοιπη υγεία. Ο έλεγχος παραγόντων όπως ο διαβήτης και η αρτηριακή πίεση, μαζί με τη διατήρηση καλής καρδιαγγειακής υγείας, είναι σημαντικός και για την προστασία της εγκεφαλικής λειτουργίας.
Το σημαντικότερο μήνυμα της νέας έρευνας δεν είναι ότι η χαμηλή οστική πυκνότητα σημαίνει απαραίτητα ότι θα εμφανιστούν μελλοντικά προβλήματα στη μνήμη ή τη γνωστική λειτουργία. Τα ευρήματα δείχνουν μια συσχέτιση και προσθέτουν ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της γήρανσης.
Η φροντίδα της υγείας σε μεγαλύτερη ηλικία, επομένως, δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση ενός προβλήματος όταν εμφανιστεί, αλλά και την έγκαιρη αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου. Αν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οστεοπόρωσης, διαβήτη ή καρδιαγγειακών προβλημάτων, η συζήτηση με τον γιατρό μπορεί να βοηθήσει στον κατάλληλο προληπτικό έλεγχο και στην επιλογή των απαραίτητων παρεμβάσεων.
(πηγή:https://www.vita.gr/)



























Σχόλια